Οι αλλαγές στη θρεπτική κατάσταση της μητέρας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η επίδραση της μητρικής διατροφής στον όγκο και τη σύσταση του μητρικού γάλακτος, καθώς και οι διατροφικές απαιτήσεις κατά την περίοδο αυτή αποτελούν κρίσιμα πεδία μελέτης και κατανόησης για τη στήριξη της υγείας τόσο της μητέρας όσο και του βρέφους.
Η ικανότητα μιας μητέρας να παράγει γάλα σε επαρκή ποσότητα και ποιότητα ώστε να υποστηρίζει την ανάπτυξη του βρέφους είναι γενικά ανεξάρτητη από την πρόσληψη θρεπτικών συστατικών της μητέρας. Ωστόσο, η παραγωγή γάλακτος επηρεάζει συνήθως τη σύσταση του σώματος της μητέρας και τη θρεπτική της κατάσταση, οπότε οι θηλάζουσες γυναίκες έχουν αυξημένες διατροφικές ανάγκες.
Σωματικό βάρος – Οι μεταβολές του σωματικού βάρους κατά την περίοδο της γαλουχίας μετά τον τοκετό ποικίλλουν σημαντικά. Κατά τους πρώτους έξι μήνες μετά τον τοκετό παρατηρείται συνήθως ήπια και σταδιακή απώλεια βάρους. Η υπερβολική αύξηση βάρους κατά την εγκυμοσύνη αποτελεί τον πιο συνεπή και ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για την αλλαγή του σωματικού βάρους μετά τον τοκετό, σύμφωνα με τις περισσότερες μελέτες.
Τα δεδομένα σχετικά με την επίδραση του θηλασμού στις μεταβολές του σωματικού βάρους μετά τον τοκετό είναι αντικρουόμενα. Οι περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι η γαλουχία έχει μικρή επίδραση. Σε ορισμένες αναφορές, η απώλεια βάρους ήταν μικρότερη σε θηλάζουσες γυναίκες σε σύγκριση με όσες δεν θήλασαν, ενώ άλλες μελέτες αναφέρουν μεγαλύτερη απώλεια βάρους σε θηλάζουσες σε σχέση με μη θηλάζουσες γυναίκες. Μια συστηματική ανασκόπηση δεν βρήκε σημαντική ή καμία συσχέτιση μεταξύ θηλασμού και μεταβολής βάρους. Ωστόσο, τέσσερις από τις πέντε μελέτες με υψηλή μεθοδολογική ποιότητα έδειξαν θετική συσχέτιση μεταξύ θηλασμού και απώλειας βάρους.
Περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες – Η μητρική διατροφή συνήθως δεν επηρεάζει την ποσότητα ή την ποιότητα της πρωτεΐνης του μητρικού γάλακτος, ακόμη και σε υποσιτισμένους πληθυσμούς.
Περιεκτικότητα σε λιπαρά – Το ποσοστό των διατροφικών λιπαρών στη μητρική διατροφή έχει ελάχιστη επίδραση στην ποσότητα των λιπαρών οξέων στο ανθρώπινο γάλα· ωστόσο, ο τύπος των λιπαρών που καταναλώνει η μητέρα επηρεάζει τη σύσταση των λιπαρών οξέων στο γάλα. Για παράδειγμα, η κατανάλωση από τη μητέρα ω-3 μακράς αλυσίδας πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (n-3 LCPUFA), όπως το δοκοσαεξαενοϊκό οξύ (DHA), επηρεάζει τη συγκέντρωση αυτών των λιπαρών οξέων στο μητρικό γάλα. Η σημασία των n-3 LCPUFA για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του βρέφους έχει προταθεί, αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί στις περισσότερες κλινικές μελέτες. Παρά την έλλειψη οριστικών αποδείξεων για τα οφέλη των ω-3 μακράς αλυσίδας πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (όπως το DHA) στην ανάπτυξη του βρέφους, οι αμερικανικές κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν στις εγκύους ή θηλάζουσες γυναίκες να καταναλώνουν 200 έως 300 mg ω-3 LCPUFA ημερησίως. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την κατανάλωση δύο έως τριών μερίδων ψαριού την εβδομάδα (μία μερίδα αντιστοιχεί σε περίπου 115 γραμμάρια), επιλέγοντας ποικιλίες με χαμηλή περιεκτικότητα σε υδράργυρο.
Βιταμίνες – Οι λιποδιαλυτές και υδατοδιαλυτές βιταμίνες εκκρίνονται στο μητρικό γάλα.
Λιποδιαλυτές βιταμίνες – Η συγκέντρωση των λιποδιαλυτών βιταμινών στο μητρικό γάλα μειώνεται σε περίπτωση ανεπάρκειας βιταμινών στη μητέρα και αυξάνεται μετά από συμπληρωματική χορήγηση.
Η περιεκτικότητα σε βιταμίνη D του μητρικού γάλακτος είναι συνήθως χαμηλή, και είναι ακόμη πιο χαμηλή σε μητέρες με αιτίες όπως η περιορισμένη έκθεση στον ήλιο, οι οποίες οδηγούν σε ανεπάρκεια βιταμίνης D στη μητέρα.
Μια όλο και πιο χρησιμοποιούμενη στρατηγική είναι η χορήγηση βιταμίνης D στη θηλάζουσα μητέρα η οποία αυξάνει την περιεκτικότητα σε βιταμίνη D του μητρικού γάλακτος σε επίπεδα που καλύπτουν τις ανάγκες του βρέφους.
Στον παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να δείτε το πρόσφατο εγχειρίδιο με συστάσεις για τη διατροφή της θηλάζουσας μητέρας από το Ινστιντούτο Υγείας Παιδιού και συνοπτικό οδηγό από το Ινστιτούτο Προληπτικής, Περιβαλλοντικής και Εργασιακής Ιατρικής, Prolepsis/
diatrofi-thilazousas.pdf (epilegothilasmo.gr)
ODHGOS GYNAIKES_NEW.indd (diatrofikoiodigoi.gr)
*Το παρόν έχει ενημερωτικό χαρακτήρα. Σε κάθε περίπτωση, συμβουλευθείτε το θεράποντα ιατρό σας για εξατομικευμένες συμβουλές υγείας.



